full screen background image
theory_of_everything_poster_gr

Οι ταινίες της εβδομάδας

Γράψου στο Newsletter του Exodos24 για να μη χάνεις τις νέες αφίξεις και προσφορές για Bars - Clubs και εστιατόρια!

Please wait...

Ξεχωρίζει το “Για Πάντα” της Μαργαρίτας Μαντά και η “Θεωρία των Πάντων” με την οσκαρική ερμηνεία του Έντι Ρέντμεϊν.

Η «Φυλή» απ’ την άλλη μεριά, είναι μια ταινία χωρίς διαλόγους, με κωφάλαλους πρωταγωνιστές. Έχει ένα παράξενο πλούτο που αξίζει να δείτε, έστω για την εμπειρία.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ – Biopic / Βρετανία (2014)

Σκηνοθεσία : Τζέιμς Μαρς
Παίζουν : Έντι Ρέντμεϊν, Φέλισιτι Τζόουνς, Έμιλυ Γουότσον, Τσάρλι Κοξ, Ντέιβιντ Θιούλις

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ:

Η Βρετανία ασταμάτητη μητέρα μεγάλων ηθοποιών μετά τον Μπένεντικτ Κάμπερμπαχ στο «Παιχνίδι της Μίμησης», μας καταθέτει ακόμα ένα νεαρό καταπληκτικό ηθοποιό, τον Έντι Ρέντμεϊν (Les Miserables) που μόνο για την ερμηνεία του αξίζει να δει κανείς αυτή την ταινία! Υποδύεται ανατριχιαστικά τέλεια τον φυσικό Στήβεν Χόκινγκ από τότε που σπουδάζει στο Κέιμπριτζ, όπου γνωρίζει και ερωτεύεται τη συμφοιτήτρια και μετέπειτα σύζυγό του Τζέιν Γουάιντ, (Φελίσιτι Τζόουνς) μέχρι σήμερα που μετά τη διάγνωσή του με τη Νόσο του Κινητικού Νευρώνα ζει καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι.

Όπως και στο «Παιχνίδι της Μίμησης» παρακολουθούμε την οδύσσεια ενός μεγάλου της Επιστήμης με τις καινοτόμες και αιχμηρές απόψεις του να διχάζουν και τελικά να επιβάλλονται. Τη περίπλοκη σχέση με τη γυναίκα που τον στήριξε κυριολεκτικά σε όλα τα πρώτα δύσκολα χρόνια, αψηφώντας εντυπωσιακά την επίσημη ιατρική διάγνωση, που του έδινε μόνο δυο μήνες ζωή!

Ο οσκαρικός σκηνοθέτης Τζέιμς Μάρς απ την άλλη, προσπαθεί να δώσει ένα πορτραίτο του Χόκινγκ που όμως είναι αρκετά αφυδατωμένο από γεγονότα που μπορεί να μην τον κολακεύουν. Εντάξει σινεμά είναι, αλλά νομίζω πως είναι περιττή μια ακόμα αγιοποίηση ενός διάσημου και ιδιοφυούς ανθρώπου. Ο σκηνοθέτης κατά οποιοδήποτε τρόπο δεν «ανακρίνει» τον ήρωά του για τις βαθύτερες αιτίες που τον σπρώχνουν στη ζωή. Απλώς παραθέτει φέτες από την καθημερινότητά προσθέτοντας τις πινελιές που χρειάζονται για να εντυπωσιάσει ή να συγκινήσει. Ίσως και να φταίει το βιβλίο στο οποίο βασίζεται η ταινία, και το έχει γράψει η πρώην γυναίκα του διάσημου επιστήμονα. Πάντως μένουμε με την εντύπωση πως ο Χόκινγκ εκτός απ’ τα κινητικά του προβλήματα είναι ένας τέλειος χαρακτήρας και για μας αυτό είναι λίγο δύσκολο να γίνει πιστευτό.

Ας πούμε δεν δίνεται καμία ορατή εξήγηση για το γεγονός πως ο Χόκινγκ εγκαταλείπει την γυναίκα που τον φρόντιζε τόσα χρόνια, για να ακολουθήσει στην Αμερική την ζουμερή νοσοκόμα του. Ποιο είναι το κίνητρο του για να ακολουθήσει μια ακαδημαϊκή καριέρα και όχι να πέσει στα δίχτυα της αναπηρίας του. Δεν ήταν βασανιστικός μέσα στην απελπισία του για τους γύρω του; Λογικά ερωτήματα που δεν έχουν απαντήσεις μέσα στη ταινία.

Πιθανώς να είναι και αφόρητα ψιλά γράμματα. Η μεγάλη ατραξιόν της ταινίας τελικά είναι η λεπτεπίλεπτη ερμηνεία του πρωταγωνιστή της ο οποίος σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό σε κάθε σκηνή, ακόμα και την πιο δύσκολη καθώς συσπάει ελαφρά το πρόσωπό του, χαμογελά πικρά, η κάνει αδιόρατες κινήσεις πάντα σε γκρο πλαν, σαν τέλειος ακροβάτης που εκτελεί με προσοχή το επικίνδυνο και θανατηφόρο νούμερό του χωρίς προστατευτικό δίχτυ. Περιττό νομίζω να αναφέρω πως θα αρχίσω να πιστεύω στις διεθνείς συνομωσίες αν δεν πάρει το Όσκαρ φέτος ο Ρέντμεϊν.

Η ταινία έχει αρχίσει την φετινή συλλογή βραβείων από τις Χρυσές Σφαίρες για τον Έντι Ρέντμεϊν, και τον Γιόχαν Γιόχανσον για την καλύτερη μουσική.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΣΣΑΛΙΑ – Γαλλική (2014)


Σκηνοθεσία : Σεντρίκ Χιμένεζ
Παίζουν : Ζαν Ντιζαρντέν, Σελίν Σαλέτ, Ζιλ Λελούς, Μελανί Ντουτέι

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ:

Ηρωικές δεκαετίες του ‘70 και του ’80 όπου στη Γαλλία μεσουρανούσαν οι γκαγκστερικές ταινίες του Μελβίλ και του Ντελόν από τις οποίες μαθαίναμε τι σημαίνει ξεκαθάρισμα λογαριασμών για ναρκωτικά, με τη μπριγιαντίνη να φεγγοβολάει στα πλούσια μαλλιά των αδίστακτων Κορσικανών trafficanti. H Μασσαλία ήταν η παγκόσμια πρωτεύουσα διακίνησης ναρκωτικών αλλά και βασικός προμηθευτής ηρωίνης των ΗΠΑ. Σ’ αυτή τη μυθική πόλη θα έρθουν αντιμέτωποι ο Πιερ Μισέλ (Ζαν Ντιζαρντέν) ένας ικανός εισαγγελέας και ένας αδίστακτος βαρόνος ναρκωτικών ο Τόνι Ζάμπα (Ζιλ Λελούς). Ο νεαρός δικαστικός έχει εμμονή με τον Ζάμπα. Θα εξαπολύσει ένα ανελέητο εξαετή κυνηγητό που θα φέρει σε δύσκολη θέση το κύκλωμα των ναρκωτικών και σε όλους τους διεφθαρμένους πολιτικούς που τους προστατεύουν. Η ταινία παρακολουθεί τη μετωπική σύγκρουση των δυο ανδρών στηριγμένη σε πραγματικά γεγονότα εκείνης της εποχής.

Ο Χιμένες έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια γρήγορη ταινία με την κάμερά του να κινείται συνεχώς σε ντοκυμαντερίστικους ρυθμούς. Ακολουθεί τους αστυνομικούς στις επιθέσεις τους στα σπίτια των εμπόρων, στα κυνηγητά, στις παρακολουθήσεις και γίνεται το μάτι μας στις καλές και τις κακές στιγμές των χαρακτήρων. Αυτή η τεχνική δίνει έναν ευχάριστο ηλεκτρισμό στις τεχνητά παλιομοδίτικες «μονομαχίες» των δυο αντιπάλων.

Στα θετικά της ταινίας είναι η εκπληκτική αναπαράσταση του ύφους, και της εποχής, τόσο σε επίπεδο κουστουμιών και ντεκόρ όσο και σε επίπεδο κινηματογράφησης. Σε αφήνει άναυδο η λεπτομερής αναπαράσταση και το αυθεντικό κλίμα σέβεντις που έχει καταφέρει να δημιουργήσει ο σκηνοθέτης. Οι ερμηνείες των Ντιζαρντέν και Λελούς υπεράνω κριτικής, σωστές και ισορροπημένες σχεδόν αψεγάδιαστες με δεδομένο το ύφος της ταινίας.

Μια ταινία με σωστή γεύση γκάγκστερ φιλμ, ισάξιο flipside της αντίστοιχης αμερικανικής του Γουίλιαμ Φρήντκιν French Connection.

Η ΦΥΛΗ – Κοινωνικό Δράμα / Ουκρανία (2014)


Σκηνοθεσία : Μίροσλαβ Σλαμποσπίτσκι
Παίζουν : Γκριγκορ Φεσένκο, Γιάνα Νονίκβα, Ρόζα Μπάμπι

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ:

Εξαιρετικής αισθητικής και γεμάτη κινηματογραφικούς χυμούς ταινία που είναι περισσότερο μια κινηματογραφική εμπειρία παρά οτιδήποτε άλλο.

Δίχως υπότιτλους, δίχως διαλόγους, δίχως μουσική, παρά μόνο με τους φυσικούς ήχους, το φιλμ εισχωρεί στα άδυτα ενός σχολείου κωφαλάλων και παρακολουθεί μια κοινωνία που έχει τους δικούς της κώδικες. Αλλά εντάξει μη παίρνετε θάρρος. Διότι θέλει θάρρος για να παρακολουθήσεις εικόνες που δίνονται νατουραλιστικά με ηθοποιούς που μιλούν με ένταση τη νοηματική αλλά εσύ δεν μπορείς να τους “ακούσεις”. Είναι σαν ο θεατής να ανήκει σε μια άλλη Φυλή. Πρωτόγνωρο και ανατρεπτικό.

Στο φιλμ παρακολουθούμε ένα κωφάλαλο νεαρό έφηβο που προσπαθεί να ενταχθεί σε μια αυστηρά ιεραρχικά δομημένη κοινωνία κωφαλάλων σε ένα αντίστοιχο σχολικό ίδρυμα. Σχολείο κρύο, μιας παλιάς Ρωσίας, εγκαταλελειμμένο στην τύχη του, όπως και τα περισσότερα απ’ τα παιδιά εκεί, όπου ο κόσμος της δύναμης των νεαρών χούλιγκαν επικρατεί. Υπάρχουν συμμορίες που διακινούν είδη, πουλούν προστασία και εκδίδουν μαθήτριες. Οι νεαροί Ρώσοι οικότροφοι ζουν και κινούνται στο χώρο του οργανωμένου εγκλήματος σαν το ψάρι στο νερό. Φυσικά η διεύθυνση του σχολείου είναι απούσα. Έτσι η βία της ενηλικίωσης και ο νόμος του ισχυρότερου επικρατεί σαν να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Στον παγωμένο αυτό σύμπαν ένα πράγμα μπορεί να φέρει μια αληθινή αντίσταση κι αυτό είναι ο Έρωτας δύο νέων.

Ταινία με σκληρές σκηνές, γεμάτες πάθος, που ο σκηνοθέτης έχει διαλέξει να δείχνει με ένα νατουραλισμό που κάποιες στιγμές σπάει νεύρα. Ας πούμε όταν η συμμορία ετοιμάζεται να βγει τη νύχτα έξω, τα παιδιά κατεβαίνουν τις σκάλες του σχολείου. Ε λοιπόν ο σκηνοθέτης δείχνει και τους τέσσερις ορόφους μέχρι το ισόγειο. Όταν οι νεαροί ψάχνουν για πελάτες μέσα στο πάρκιν με τις νταλίκες ο σκηνοθέτης δείχνει σε real time καμία δεκαριά προσπάθειες. Οι ηθοποιοί παίρνουν το χρόνο τους σε κάθε περίπτωση. Όταν ντύνονται, όταν ξεντύνονται, όταν συζητούν ή ρίχνουν ξύλο ή πίνουν ποτά. Γενικά ο σκηνοθέτης αφήνει τις σκηνές να κυλούν χωρίς οικονομία έτσι, χωρίς κανένα ιδεολογικό ή κινηματογραφικό λόγο. Ένας ανούσιος φορμαλισμός.

Τώρα αυτά τα καλλιτεχνικά κόλπα μπορεί κάποιος να τα αντέξει πέντε ή έξι φορές. Μετά το πράγμα δυσκολεύει. Για να τελειώσει η ταινία χρειάζεται μια γίγας σακούλα ποπ κορν, γιατί ο χρόνος για να ολοκληρωθεί μια σκηνή δε περνάει καθόλου. Όποιος αντέξει αυτό το στυλ αποζημιώνεται στο τέλος (όπως πάντα στη ζωή) αλλά μέχρι τότε, το πράγμα έχει δυσκολέψει πολύ. Κρίμα.

Αλλά μην αγχωνόμαστε, η ταινία έτυχε θριαμβευτικής υποδοχής σε διάφορα φεστιβάλ συμπεριλαμβανομένου και της Θεσσαλονίκης και ο 40χρονος σκηνοθέτης έχει πείσει πολλούς ότι είναι μεγάλο ταλέντο.

Πέρα απ’ αυτά η ταινία έχει κάτι το μοναδικά φρέσκο και παράξενα πλούσιο. Μια ακατέργαστη εμπειρία που πρέπει να περάσετε!

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΡΝΤΕΚΑΪ – Κωμωδία / ΗΠΑ (2014)


Σκηνοθεσία : Ντέιβιντ Κεπ
Παίζουν : Τζόνι Ντεπ, Γκουϊνεθ Πάλτροου, Ιαν Μακγκρέγκορ, Τζεφ Γκόλντμπλουμ, Πολ Μπέτανυ

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ:

Λοιπόν εδώ γελάμε. Ή προσπαθούμε να γελάσουμε. Μια κωμωδία που θα ήθελε να γίνει εξωφρενική αλλά την προσγειώνει ο κύριος Ντεπ με τις ανούσιες γκριμάτσες που έχει την εντύπωση πως πρέπει να κάνει σε κάθε πλάνο.

Η ταινία κινείται στη γραμμή “εύκολη υπόθεση, περίεργο παρουσιαστικό, κωμικές γκριμάτσες και ντεπικό χιούμορ” με το οποίο μπολιάζει κάθε φίλμ του ο άτυχος αυτός μεγαλομανής αλλά τεραστίων δυνατοτήτων, ηθοποιός.

O ανέμελος αλλά δαιμόνιος εκκεντρικός λόρδος Τσαρλς Μορτντεκάι είναι ένας βρετανός art dealer που συνήθως εμπλέκεται σε μικροαπατεωνιές. Αυτή τη φορά έχει σαν αποστολή του να ανακτήσει ένα κλεμμένο πίνακα του Γκόγια που φημολογείται ότι περιέχει μυστικά για το χαμένο χρυσό των Ναζί. Θα τον βοηθήσει η Αγγλική μυστική υπηρεσία Μ15 και θα τον καταδιώξουν κακοί Ρώσοι και άλλοι σλάπστικ εγκληματίες.

Απ την Αγγλία θα βρεθεί στο Λος Αντζελες και στη Μόσχα ξεγλιστρώντας πάντα στο τσακ από βέβαιο θάνατο και αδέσποτους πυροβολισμούς. Ο Ντεπ με στριφτό μουστάκι, ξανθιά ανταύγεια στο μαλλί κι ένα μόνιμα καρφωμένο χαμόγελο περιφέρεται σαν άλλος Κλουζώ μέσα σ’ αυτή τη βαθύπλουτη παραγωγή, παρέα με την σύζυγό του Γκουίνεθ Πάλτροου και μοιράζει ατάκες και δήθεν αστεία σε μια ακατάσχετη γραμμική δράση. Fun με επίπεδα φαρσικά αστεία και γκαγκς που απευθύνονται σε προεφηβικές και εφηβικές ηλικίες. Με φανερές αναφορές στον Ροζ Πάνθηρα (o πονηρός υπηρέτης του, που τον βγάζει πάντα απ τη δύσκολη θέση) και μάλλον ρηχές κωμικές σκηνές σε εντυπωσιακά ντεκόρ, δεν καταφέρνει να απογειωθεί και να αφήσει το χιούμορ της κατάστασης ή των αφελών ηρώων να λειτουργήσει. Η ταινία που έχει την πλάκα της, μοιάζει να θέλει να έχει και sequel, καθότι ο Μπονφιλιόλι έχει γράψει τέσσερις ιστορίες γι αυτόν τον ήρωα. Θα δούμε αν ο Ντεπ μπορεί να γίνει ο Σέλλερς της δεύτερης δεκαετίας του 21 αιώνος και αν ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Κεπ (σενάριο στο Jurassic Park) μπορεί να γίνει ένας Μπλέικ Έντουαρντς. Δύσκολο…

H ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ 2: ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ – 2014


Σκηνοθεσία : Τόμ Χάρπερ
Παίζουν : Έλεν Μακρόρι, Τζέρεμι Ιρβάιν, Φίμπι Φοξ, Λιν Μπεστ, Πιπ Πιρς, Νεντ Ντένεχι

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ:

Πρόκειται για το sequel της ταινίας «Η Γυναίκα με τα Μαύρα» που η προ τριετίας απρόσμενη επιτυχία της με 128 εκατομμύρια δολάρια, άνοιξε την όρεξη στους παραγωγούς της να τολμήσουν μια ακόμα βερσιόν. Αυτή τη φορά δυο δασκάλες μεταφέρουν μια ομάδα παιδιών σε ασφαλές καταφύγιο έξω από το Λονδίνο για να γλυτώσουν από τους βομβαρδισμούς του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τώρα πόσο ασφαλής είναι ένας υγρός και μισοκατεστραμμένος πύργος δίπλα σε ένα σκοτεινό έλος, για μικρά παιδιά, θα σας γελάσω. Πάντως η ομάδα πάει εκεί κι εγκαθίσταται, όπου βέβαια ξεκινάει ο χορός του Horror. Πτώματα ανακαλύπτονται και οι πάντες φρικάρουν χωρίς να μπορούν να δώσουν μια λύση. Κάτι σαν τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Η ατμόσφαιρα τρόμου παράγεται με όλα τα γνωστά κλισέ του είδους χωρίς καμία προσπάθεια για φρεσκάρισμα του στυλ για μια πρωτοτυπία που θα χαρακτηρίσει κάπως την ταινία. Απόκοσμες στριγκλιές και τριξίματα μέσα στο σκοτάδι, τριξίματα πόρτας, περπάτημα στο σκοτάδι και ξαφνικές εμφανίσεις φαντασμάτων με υπογράμμιση ηχητικού εφφε και πάει λέγοντας.

Μια ταινία τρόμου, όπου ο τρόμος έχει πάει μια βόλτα εδώ πιο κάτω…

BARBIE Η ΣΟΥΠΕΡ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ – Καρτούν / ΗΠΑ (2014)


Σκηνοθεσία : Ζέκε Νόρτον

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ:

Όταν μια μαγική πεταλούδα τη φιλήσει, η Κάρα θα αποκτήσει δυνάμεις που της επιτρέπουν να μεταμορφώνεται σε Σούπερ Πριγκίπισσα, δηλαδή στο δυναμικό alter ego της, που πετάει συνεχώς γύρω από το βασίλειο προκειμένου να το προστατεύει, πολεμώντας το έγκλημα.

Σύντομα όμως, η ζηλιάρα ξαδέρφη της Κάρα, Κορίν, αιχμαλωτίζει την πεταλούδα και μεταμορφώνεται σε Νταρκ Σπαρκλ, την αντίζηλο της Σούπερ Πριγκίπισσας. Η θεαματικών αναμετρήσεων αντιδικία τους μεταφέρεται στον ουρανό, ώσπου συνειδητοποιούν ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός του βασιλείου.

Θα βάλουν τα δύο κορίτσια στην άκρη τις διαφορές τους για να συνεργαστούν ενάντια στο κοινό κακό; Τελικά, η μεγαλύτερη δύναμη είναι εκείνη της αληθινής φιλίας, που μας κάνει πραγματικά ανίκητες!

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ – Δράμα / Ελλάδα (2014)

Σκηνοθεσία : Μαργαρίτα Μαντά
Παίζουν : Άννα Μάσχα, Κώστας Φιλίπογλου

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ:

Δεν είχαμε πάντα τέτοιες ταινίες στην Ελλάδα. Ταινίες που να έχουν καθαρό θέμα, να το αναπτύσσουν με τέτοια ευγένεια και συνεσταλμένη αισθητική καλλιέπεια, μέσα από μια ιδιαίτερη προσωπική ματιά που να μπορεί να παρουσιάζεται άφοβα σε παγκόσμιο επίπεδο με εξωστρέφεια και καλλιτεχνικό εγωισμό. Εύρωστη, όχι σαν ψίθυρος σε μοναχικό αυτί αλλά σαν δυνατή καλλιτεχνική πρόταση. Η Μαντά κινείται μέσα στην γκρίζα Αθήνα όπου αντικρίζει το ισχνό χρώμα μιας άτολμης ερωτικής σχέσης. Μιας σχέσης δυο ανθρώπων που κινούνται αναγκαστικά πάνω στις σιδερένιες ράγες της ζωής, χωρίς να μπορούν να ξεφύγουν. Η σκηνοθεσία την καταγράφει με απλά και λιτά μέσα.

Δύο άνθρωποι μόνοι τους, μέσα σε μία πόλη έρημη. Ο Κώστας και η Άννα, στην Αθήνα. Ο Κώστας είναι οδηγός στον Hλεκτρικό Σιδηρόδρομο που διασχίζει κάθε μέρα την πόλη από τη μία της άκρη στην άλλη και κυλάει πάνω στα ίχνη των αρχαίων της ποταμιών που σκεπάστηκαν για να γίνουν δρόμοι.

Η Άννα είναι πωλήτρια ακτοπλοϊκών εισιτηρίων στον Πειραιά, στο λιμάνι της πόλης, εκεί όπου κάποτε τα ποτάμια της χύνονταν στη θάλασσα.

Ο Κώστας και η Άννα κάνουν κάθε μέρα το ίδιο πράγμα, με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο ρυθμό. Πάνε στη δουλειά τους, τελειώνουν τη δουλειά τους, επιστρέφουν στο σπίτι τους, τρώνε βραδινό μπροστά σε μια ανοιχτή τηλεόραση. Την ημέρα που ένα τυχαίο γεγονός ανατρέπει τη ζωή του, ο Κώστας αποφασίζει να βγει απ’ τη μοναξιά του και να προσεγγίσει την Άννα. Αρχικά διστακτικά και μετά επίμονα, ο Κώστας θα διεκδικήσει το δικαίωμά του στη ζωή και τον έρωτα.

Μια προσεγμένη παραγωγή με σκηνοθετική θέση και υποδειγματικές ερμηνείες. Πάρα πολύ καλή ταινία σε όλα τα επίπεδα. Στην μινιμαλιστική αισθητική της λεπτομέρειας, στο ρυθμό, στο casting, στην κινηματογραφική ανάπτυξη, στην ερμηνεία, στη φωτογραφία, στο ηχητικό design. Όλα υπάρχουν με μια αισθητική κομψότητα και ομοιογένεια που δεν είναι εύκολο να την συναντήσεις σε τέτοιο υψηλό βαθμό σε πάμπολλες άλλες ταινίες, ακόμα και στον διεθνή κινηματογραφικό στίβο. Μακάρι ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ να έχουμε τέτοια κινηματογραφικά δείγματα.

Ας μην είναι πολλά. Αλλά να έχουμε.

Με την ευκαιρία της παρουσίασης της ταινίας στην Ταινιοθήκη, θέσαμε μερικά ερωτήματα στη σκηνοθέτιδα της ταινίας, Μαργαρίτα Μαντά.

Ποιο ήταν το ερέθισμα που σου δημιούργησε την ανάγκη να φτιάξεις αυτή τη ταινία
Η αγάπη για την πόλη μου, την Αθήνα. Μια πόλη πολύ μονάχη της και πολύ αξιοπρεπή μέσα στη μοναξιά της. Μια πόλη όπου κάτοικοι και αρχές ασελγούν ασύστολα πάνω της, χρόνια τώρα, λεηλατώντας την, χρόνια τώρα. Μιά πόλη που δεν αγαπιέται από αυτούς που την κατοικούν αλλά που η ίδια τους αγαπά. Η ανάγκη μου να επιστρέψω πίσω στις δομικές αρχές του κινηματογράφου, σε μια εποχή όπου αισθάνομαι πως ο κινηματογράφος ψάχνει ξανά την υπόστασή του ως τέχνη μέσα σε μια πληθώρα θεαμάτων εικόνας που δεν λένε τίποτα με τις εικόνες τους. Η ανάγκη μου να κάνω μία ελεγεία πάνω στη σιωπή, σε μια εποχή που όλοι φωνάζουν πολύ δυνατά χωρίς κανείς ν’ ακούει κανέναν. Μια αίσθηση προσωπικού χρέους να αποτίσω ένα είδος φόρου τιμής σε πέντε σκηνοθέτες που είναι για μένα οι πνευματικοί μου δάσκαλοι: τον Carl Theodor Drayer, τον Robert Bresson, τον Michelangelo Antonioni, τον Wim Wenders και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Στα πλάνα σε δημόσιους χώρους βλέπουμε τους χαρακτήρες ολομόναχους. Σαν να θέλεις να μην αποσπασθεί η προσοχή μας από πάνω τους.
Γενικά στα πλάνα σου βρίσκονται μόνο τα απαραίτητα. Είναι σαν οι ήρωές σου να βρίσκονται σε δοκιμαστικό σωλήνα απαλλαγμένοι από επιρροές και να παρατηρούμε τις αντιδράσεις τους. ΄Οπως σας είπα, ήθελα να επιστρέψω πίσω στις δομικές αρχές του κινηματογράφου. Στα απολύτως απαραίτητα, όπως επισημαίνετε. Μία κάμερα σ ‘ ένα τρίποδο, τοποθετημένη απέναντι σε δύο ανθρώπους που προσπαθούν να συνδιαλλαγούν μεταξύ τους κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο, ακούγοντας ο ένας την σιωπή του άλλου. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να υπάρχουν πάντα οι έξωθεν «επιρροές» όταν θέλουμε να ψυχογραφήσουμε κινηματογραφικά ανθρώπους. Ο Κινηματογράφος είναι τέχνη του μυστικού, όπως η Μουσική. ΄Οταν ακούτε κάποιο μουσικό κομμάτι που σας συγκινεί, που μιλάει μέσα σας, αναζητάτε έξωθεν «επιρροές» στις νότες του? Λογικές εξηγήσεις στη μελωδία του? ΄Η αφήνετε την αίσθησή σας να σας ταξιδέψει μέσα στη μουσική? Ο Κινηματογράφος, για μένα τουλάχιστον, δεν είναι μαθηματική εξίσωση. Δεν είναι εικονοποίηση ιστοριών. Ο Κινηματογράφος αποκαλύπτει τις ιστορίες που ενυπάρχουν μέσα στις ίδιες τις εικόνες. Αν δύο μοναχικοί άνθρωποι που με πολλή αξιοπρέπεια αναζητούν την αγάπη, όχι ένα υποκατάστατο μοναξιάς, την αγάπη, μέσα σε μία πόλη η οποία επίσης αναζητά την αγάπη, είναι ήρωες μέσα σε δοκιμαστικό σωλήνα, σίγουρα δεν είναι ούτε η άποψή μου ούτε η πρόθεσή μου για τους συγκεκριμένους ήρωες. Ο κάθε θεατής εισπράττει την κάθε ταινία με τον δικό του τρόπο. Και οι ταινίες υπάρχουν για να τις μοιράζονται ή να μην τις μοιράζονται οι θεατές που θα τις δούν.

Έχεις διαλέξει να αποχρωματίσεις την ταινία. Εγώ είδα πάρα πολύ αχνές αποχρώσεις χρωμάτων. Τι σηματοδοτεί αυτό. Γιατί επέλεξες την σχεδόν ασπρόμαυρη φωτογραφία;
Από τη στιγμή που διάλεξα να κάνω μια ταινία με ήρωες δύο απόλυτα μόνους τους ανθρώπους μέσα σε μία απόλυτα μόνη της πόλη, έπρεπε και εικαστικά να σηματοδοτήσω αυτή την εσωτερική ερημιά, αυτή τη μοναξιά. Το ασπρόμαυρο με λίγες τίντες χρώματος αντανακλά, για μένα, την εσωτερικότητα καί των χαρακτήρων καί της πόλης. Η μοναξιά δεν είναι μιζέρια. Η μοναξιά έχει αξιοπρέπεια, η μιζέρια όχι. Στην ταινία μου, και οι χαρακτήρες και η πόλη έχουν μοναξιά αλλά καθόλου, μα καθόλου μιζέρια. Οι ελάχιστες τίντες χρώματος είναι αυτή η μικρή αλλά τόσο ισχυρή ελπίδα πως υπάρχει δρόμος προς τη χαρά, προς το φώς. Και γι’ αυτό ακριβώς, στο τέλος της ταινίας, όταν οι δύο αυτοί άνθρωποι επιτέλους συναντιούνται, το χρώμα έρχεται πολύ μαλακά και πολύ γλυκά πάνω τους και πάνω στην πόλη που τους κλείνει μέσα της.

Αποφεύγεις την κίνηση της μηχανής. Αυτή η ακαμψία της κάμερα δίνει μια τελετουργία στην αφήγηση αλλά ταυτόχρονα «ψυχραίνει το κλίμα» δεν μας αφήνει να μπούμε στην ζωή των ηρώων. Να ταυτιστούμε.
Σας είπα πως ήθελα να επιστρέψω πίσω σε δομικές αρχές του κινηματογράφου, σε μια ακίνητη κάμερα που φιλμάρει ανθρώπους χωρίς να επεμβαίνει στην κίνησή τους. Το ζητούμενο για μένα στην ταινία αυτή ήταν να καταγράψω μια ανθρώπινη επικοινωνία μόνο μέσα από βλέμματα και σιωπές. Το αν η επιλογή μου αυτή «ψυχραίνει το κλίμα» και δεν σας αφήνει να ταυτιστείτε με τους ήρωες, τι να σας πώ, θα πώ και πάλι αυτό που σας είπα και πρίν. Η κάθε ταινία είναι μια προσωπική ανάγνωση για τον κάθε θεατή που την βλέπει. Είτε την μοιράζεται, είτε όχι.

Παρ όλο που αφηγείσαι μια κοινή και απλή ιστορία, η ταινία που με το ύφος που επέλεξες δεν απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Πως αισθάνεσαι γι αυτό;
Το αν η ταινία απευθύνεται ή όχι στο «ευρύ κοινό», θα προτιμούσα να το πούμε όταν η ταινία βγεί στην αίθουσα και δούμε όλοι, κι εσείς κι εγώ, αν απευθύνεται ή όχι σε αυτό το ευρύ κοινό. ΄Οταν δούμε ποιές θα είναι οι αντιδράσεις του «ευρέως κοινού» αφού δεί την ταινία γιατί τώρα αποφαίνεστε κάτι για ένα κοινό που δεν έχει ακόμα δεί την ταινία. Στις 29 Ιανουαρίου βγαίνει η ταινία, ας περιμένουμε λοιπόν την πορεία της στο κοινό και πολύ ευχαρίστως μετά να σας απαντήσω πώς θα αισθάνομαι. Αυτή τη στιγμή αισθάνομαι πως έχω κάνει την ταινία που εγώ ήθελα να κάνω, πως οι συνεργάτες μου όλοι έχουν φέρει ό,τι καλύτερο είχε ο καθένας τους στην ταινία και πως όλοι μαζί κάναμε αυτό στο οποίο πιστέψαμε με απόλυτη ειλικρίνεια. Απόλυτη ειλικρίνεια πρώτα απ’ όλα απέναντι σε μάς τους ίδιους, άρα και απέναντι στο κοινό. Και ξέρετε, ίσως η ειλικρίνεια προθέσεων των κατασκευαστών μιας ταινίας είναι ουσιαστικά και το «ύφος» που η ταινία αυτή επιλέγει να έχει απέναντι στο κοινό.

Πως έχει αντιμετωπιστεί η ταινία σου μέχρι τώρα.
Η ταινία έχει κάνει έως τώρα τρείς δημόσιες προβολές. Τον περασμένο Σεπτέμβρη στις «Νύχτες Πρεμιέρας» στην Αθήνα, τον περασμένο Νοέμβρη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και μία εβδομάδα μετά στο Διεθνές Φεστιβάλ Καίρου όπου και πήρε βραβείο σκηνοθεσίας. Και στις τρείς αυτές προβολές ως τώρα, διαφορετικά «κοινά», διαφορετικών χωρών και νοοτροπιών, διαφορετικών ηλικιών, αγάπησαν την ταινία, μοιράστηκαν την ταινία, συγκινήθηκαν από την ταινία, αισθάνθηκαν οτι η ταινία είναι δική τους, τους αφορά. ΄Ηδη λοιπόν, κάποιο μέρος του «κοινού», θεωρεί αυτή την ταινία «σινεμά όπως το είχαμε επιθυμήσει». Την φράση αυτή δεν την εφευρίσκω εγώ, μου την είπαν πολλοί θεατές της ταινίας στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και το Κάιρο.

Πιστεύεις πως πέτυχες αυτό που είχες σχεδιάσει;
Ναί, το πιστεύω. Εγώ μέσα μου είμαι ευτυχής γιατί έκανα την ταινία που ήθελα να κάνω. ΄Οχι μόνη μου. Μαζί με λίγους αλλά υπέροχους συνεργάτες και συνομιλητές και φίλους.

Πρώτα η αισθητική και μετά το Σινεμά ή το αντίστροφο;
Μη βάζετε πάντα διαχωριστικές γραμμές και ετικέτες σε όλα. Δεν έχει κανένα νόημα. Η αισθητική που ο καθένας έχει μέσα του βρίσκεται και μέσα στον τρόπο που ζεί την καθημερινότητά του, στον τρόπο που κάνει τη δουλειά του, στον τρόπο που εξασκεί την τέχνη του, στον τρόπο που ερωτεύεται, στον τρόπο που κάνει φίλους, στον τρόπο που αναπνέει, στον τρόπο που ονειρεύεται, στον τρόπο που επιλέγει να υπάρχει στην κοινωνία ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους.

Αφιερώνεις την ταινία στον Θόδωρο Αγγελόπουλο τον οποίο και ευγνωμονείς δημόσια. Ποιο ήταν το στοιχείο για το οποίο ευγνωμονείς τον μεγάλο Έλληνα σκηνοθέτη;
΄Ολα αυτά που μου έδωσε σαν δάσκαλος ψυχής και σαν πανάκριβος φίλος, όλα αυτά που ζήσαμε και μοιραστήκαμε τα δεκαεννέα χρόνια που περάσαμε παρέα.

Πηγή:  iefimerida.gr