full screen background image
mamma mia 2

Νέες ταινίες: Η επιστροφή του Mamma Mia, 10 χρόνια μετά την τρελή επιτυχία

Γράψου στο Newsletter του Exodos24 για να μη χάνεις τις νέες αφίξεις και προσφορές για Bars - Clubs και εστιατόρια!

Please wait...

Αυτή την εβδομάδα το «Mama Mia» επιστρέφει με τη Σερ αυτή τη φορά σε ρόλο γιαγιάς και πολλά ακόμα τραγούδια των ABBA, η κύρια Γκριν παλεύει  για το βιβλιοπωλείο της, ενώ ένας νέος άνδρας προσπαθεί να ανακουφίσει τους πόνους του πατέρα του, που πάσχει από καρκίνο με ινδική κάνναβη.

Mama mia: Here we go again! 

  • Σκηνοθεσία:Ολ Πάρκερ
  • Παίζουν: Λίλι Τζέιμς, Αμάντα Σέιφριντ, Κριστίν Μπαράνσκι, Ντόμινικ Κούπερ, Πιρς Μπρόσναν, Κόλιν Φερθ, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Τζούλι Γουόλτερς, Άντι Γκαρσία, Μέριλ Στριπ, Σερ

Περίληψη: Δέκα χρόνια μετά από το γάμο της με τον Σκάι, η Σόφι προσπαθεί να ανακαινίσει το ξενοδοχείο της μητέρας της στο ελληνικό νησί «Καλοκαίρι». Για να το καταφέρει θα ζητήσει τη βοήθεια των πιστών φιλενάδων της μητέρας της και κάπως έτσι θα μάθει περισσότερα μυστικά για το παρελθόν της, για τους μπαμπάδες της και για την ανεπανάληπτη γιαγιά της.

Η ταινία,που ξεπέρασε εισπρακτικά τα 600 εκατομμύρια  δολάρια, επιστρέφει δέκα χρόνια μετά για να μας αποκαλύψει το παρελθόν της Ντόνα.

Ενώ λοιπόν η  Σόφι προσπαθεί να ανακαινίσει το ξενοδοχείο της νεκρής πλέον μαμάς της με τις  εκρηκτικές «Dynamos» να  της συμπαραστέκονται, μέσα από φλας μπακ παρακολουθούμε πώς η Ντόνα γνώρισε τους τρεις μπαμπάδες της κόρης της και τι ακριβώς συνέβη τότε.

Είναι μερικές ταινίες που είναι γεμάτες κλισέ κι όμως αυτό δεν έχει και τόσο σημασία, μιας και αυτό που μετράει είναι η θετική ενέργεια που προκαλούν στον θεατή. Μια από αυτές ήταν και το πρώτο «Mama mia», όμως αυτό το sequel, στο οποίο η  Μέριλ Στριπ εμφανίζεται ελάχιστα, αναμειγνύει κακήν κακώς πολυαγαπημένα τραγούδια των ΑΒΒΑ, που ελάχιστοι από τους ηθοποιούς εκτελούν σωστά,  χορευτικά που θυμίζουν παλιό ελληνικό κινηματογράφο και ένα σενάριο που μπλέκει όλα τα συστατικά μιας επιτυχημένης συνταγής σ’ έναν κιτσάτο αχταρμά χωρίς ειρμό.

Οι συναισθηματικές περιπέτειες της νεαρής Ντόνα, που την υποδύεται  με χιούμορ και νάζι η ΛίλυΤζέιμς, δεν έχουν κανένα απολύτως ενδιαφέρον και κυρίως στερούνται του απαραίτητου για μια τέτοια ταινία ρομάντζου, οπότε το κομμάτι του παρελθόντος πέρα από την ωραία διεύθυνση φωτογραφίας με τα ζωντανά χρώματα, δεν προσφέρει τίποτα περισσότερο. Οι δε δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι τόσο γραφικοί που θυμίζουν βιντεοκασέτα της δεκαετίας του ’80,  ενώ οι  «κωμικές» καταστάσεις μόνο γέλιο δεν προκαλούν.

Ευτυχώς στο τέλος, το μικρόφωνο περνάει στη Σερ, που μάλλον βρίσκεται στην ταινία απλώς για να πει κι ένα τραγούδι, αφού ο ρόλος της γιαγιάς αλλά και το ειδύλλιό της με τον Ισπανό επιστάτη του ξενοδοχείου μόνο  απορία προκαλεί.

  • Το Βιβλιοπωλείο της Κυρίας Γκριν
  •  (The Bookshop)
  • Σκηνοθεσία –Σεναριο: Ιζαμπέλ Κοϊξέ
  • Παίζουν: Έμιλι Μόρτιμερ, Μπιλ Νάι, Πατρίσια Κλάρκσον, Όνορ Νίφσι

 Περίληψη: Αγγλία 1959. Μια νεαρή γυναίκα αποφασίζει, παρά την αντίθετη απόψη των κατοίκων, να ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο σε μια μικρή επαρχιακή πόλη.

Η  Ισπανίδα  Ιζαμπέλ Κοϊξέ σκηνοθετεί μια λεπτεπίλεπτη, άρτια ερμηνευτικά κοινωνική κριτική  της συντηρητικής κοινωνίας του ‘50, αποσπώντας τρία βραβεία στα φετινά Goya Awards (Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Διασκευασμένου Σεναρίου).

Βασισμένη στο ομώνυμο  best-seller της  βραβευμένης με Booker Πενέλοπε Φιτζέραλντ, η ταινία αφηγείται την ιστορία της ασυμβίβαστης Φλόρενς Γκριν , που μετά από τον θάνατο του άντρα της,  έχει διοχετεύσει την αγάπη της στη  λογοτεχνία, καθώς όπως  λέει ίδια: «Κανείς δε νιώθει μόνος ανάμεσα στα βιβλία». Η απόφασή της να ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο στην επαρχιακή πόλη Χάρντμποροου θα προκαλέσει τον συντηρητισμό αλλά και τον  φθόνο της μικρής αυτής κοινωνίας και  κυρίως της κυρίας  Γκαμάρ, που  χρειάζεται το οίκημα  της Φλόρενς για να το μετατρέψει σε  κέντρο τεχνών. Όμως  η τολμηρή γυναίκα  θα βρει έναν ισχυρό φίλο και σύμμαχο, τον  φανατικό αναγνώστη κύριο Μπράντις , που ζει μια μοναχική και απομονωμένη ζωή, μακριά από τα αδηφάγα βλέμματα της στενόμυαλης τοπικής κοινωνίας.

Η  Ιζαμπέλ Κοϊξέ, έχοντας στα χέρια της ένα αρκετά ελλιπές σενάριο, επενδύει στην ατμόσφαιρα και στις δυνατές εικαστικές εικόνες που  δημιουργεί, κι έτσι καταφέρνει να λειτουργήσει σε πολλαπλά  επίπεδα.  Από τη μία η Φλόρενς εκπροσωπεί τη γενιά της αλλαγής,ενώ η κυρία Γκαμάρ και ο τοπικός κύκλος τη στασιμότητα και την προσκόλληση σε σταθερές του παρελθόντος, ενώ ταυτόχρονα θίγει θέματα που αφορούν  ακόμα και σήμερα τη λογοτεχνία  σχετικά με το   πώς προσλαμβάνει  το κοινό την καλλιτεχνική δημιουργία. Εδώ λοιπόν το βιβλιοπωλείο της κυρίας Φλόρενς αντιστέκεται στην κερδοσκοπία, ενώ  η ίδια η ιδιοκτήτριά του γίνεται  το σύμβολο μιας γυναίκας που παλεύει με αξιοπρέπεια απέναντι σε όλους.

Με ένα εντυπωσιακό αγγλόφωνο καστ-η Έμιλι Μόρτιμερ με την ήρεμη δύναμή της, ο Μπιλ Νάι με τον εκκεντρικό  σκεπτικισμό του, η καθηλωτική Πατρίσια Κλάρκσον,  αλλά και η πολύ  εκφραστική  Όνορ Νίφσι-η Ιζαμπέλ Κοϊξέ  φτιάχνει μια ταινία για το χάσμα των γενεών και των τάξεων, που μοιάζει  με εύθραυστη  πορσελάνη.

Μυστικό συστατικό 

  1. (Iscelitel / Secret Ingredient)
  2. Σκηνοθεσία: Γκιόρτσε Σταβρέσκι
  3. Παίζουν: Μπλάγκοζ Βεζέλινοφ, Ανάστας Τανόφσκι, Ακσελ Μεχμέτ, Αλεκσάνταρ Μίκιτς

Διάβασε επίσης - Related Άρθρα

Περίληψη: Ο Βέλε είναι ένας κακοπληρωμένος μηχανικός τρένων, που χρησιμοποιεί κλεμμένη μαριχουάνα για να φτιάξει ένα κέικ για τον πατέρα του, προκειμένου να ανακουφίσει τον πόνο του από τον καρκίνο. Ως εκ θαύματος, η υγεία του πατέρα του βελτιώνεται, αλλά ξαφνικά ο Βέλε έχει να αντιμετωπίσει τους περίεργους γείτονες που θέλουν τη συνταγή για το «θεραπευτικό» γλυκό και τους εγκληματίες που ψάχνουν τα ναρκωτικά τους. Μέσα σ’ όλα αυτά, η μεγαλύτερη πρόκληση παραμένει το να πείσει τον πατέρα του για την αξία της ζωής.

O Γκιόρτσε Σταβρέσκι στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του υπογράφει μια μαύρη κωμωδία που καταγράφει τη βαλκανική πραγματικότητα, αποσπώντας το Βραβείο Κοινού στο τμήμα Ματιές στα Βαλκάνια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2017.

Ο Βέλε είναι ένας νέος άνδρας  που παράτησε το κολέγιο για να βρει δουλειά ως μηχανικός στο αμαξοστάσιο των τρένων, ώστε να μπορεί να φροντίσει τον πατέρα του, Σάζντο, ο οποίος έχει καρκίνο. Τα φάρμακα όμως για τη θεραπεία είναι πολύ ακριβά, κι έτσι ο Βέλε, όταν η συγκυρία φέρνει στο δρόμο του ένα δέμα με μαριχουάνα, θα το κλέψει με σκοπό να το πουλήσει και να εξασφαλίσει κάποια χρήματα. Η προσπάθειά του όμως   αποτυγχάνει και γίνεται στόχος μια σπείρας ναρκεμπόρων, οπότε αποφασίζει να  φτιάξει ένα κέι με το παράνομο υλικό, ελπίζοντας ότι θα ανακουφίσει τον πόνο του πατέρα του,  ενώ παράλληλα του λέει ψέματα ότι  το έχει προμηθευτεί από έναν μυστηριώδη θεραπευτή. Καθώς περνούν οι μέρες, η υγεία του Σάζντο βελτιώνεται, οπότε  οι γείτονες αρχίζουν να ζητούν το θαυματουργό κέικ. Ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα ηρεμήσουν και ταυτόχρονα, προσπαθώντας να φέρει αντιμέτωπο τον πατέρα του με το οδυνηρό  οικογενειακό παρελθόν τους, ο Βέλε αποφασίζει να πάρει τον Σάζντο στην κατασκήνωση όπου περνούσαν τις διακοπές τους. Όμως οι εγκληματίες δεν αργούν να ανακαλύψουν τα ίχνη τους.

Ο Γκιόρτσε Σταβρέσκι, ακολουθώντας το σινεμά του κοινωνικού ρεαλισμού και με βασικό του όπλο το βιτριολικό  χιούμορ, καταγράφει μια σκληρή πραγματικότητα, αποφεύγοντας τις φαρσικές υπερβολές.

Με  αφορμή ένα οικογενειακό δράμα και τη σχέση του Βέλε με τον πατέρα του, εστιάζει στο συναίσθημα, χρησιμοποιεί  με μέτρο τις κωμικές παρεξηγήσεις  στις οποίες στηρίζεται η σεναριακή του πλοκή και παραδίδει μια καυστική σάτιρα, που σκιαγραφεί εύστοχα το προφίλ της χώρας του και εν γένει των Βαλκανίων σήμερα. Από ένα σημείο και μετά όμως η αστυνομική περιπέτεια  αρχίζει να κυριαρχεί στην αφήγησή του κι έτσι  χάνει τον ρυθμό   του, ενώ  οι απανωτές  ανατροπές δεν του δίνουν το περιθώριο να εξελίξει τους  αξιαγάπητους χαρακτήρες του.  Παρ’ όλα αυτά   ο Σκοπιανός δημιουργός προτείνει ένα νέο βαλκανικό σινεμά που στέκεται στο παρόν και ασκεί  ουσιαστική κριτική, χωρίς να πέφτει στη παγίδα της θυματοποίησης.

Επαναπροβολές:

  • Ο ταχυδρόμος
  • (Il Postino)
  • Σκηνοθεσία: Μάικλ Ράντφορντ
  • Παίζουν: Φιλίπ Νουαρέ, Μαρία Γκράτσια Κουτσινότα, Μάσιμο Τροϊζι, Λίντα Μορέτι, Ρενάτο Σκάρπα

Περίληψη: Σε ένα ψαροχώρι της μεταπολεμικής Ιταλίας ο νεαρός ταχυδρόμος Μάριο γνωρίζει τον Χιλιανό ποιητή Πάμπλο Νερούδα, ο οποίος τον βοηθά να εκφράσει τα συναισθήματά του στην όμορφη Μπεατρίτσε.

Βασισμένος στο μυθιστόρημα «Αρντιέντε Πατσέντσια» του Αντόνιο Σκάρμετα (1985)  με τη διαφορά ότι η ιστορία εκτυλίσσεται στην Ιταλία του ’50 αντί για τη Χιλή του ’60, ο Μάικλ Ράντφορντ με αριστουργηματική λιτότητά περιγράφει τη γοητευτική γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο της ποίησης και τον κόσμο των αγνών συναισθημάτων.

Σε ένα ψαροχώρι της μεταπολεμικής Ιταλίας, ο νεαρός ταχυδρόμος Μάριο Ρουόπολο γνωρίζει τον Χιλιανό ποιητή Πάμπλο Νερούδα, εξόριστο από την πατρίδα του για πολιτικούς λόγους. Ο Μάριο διακινεί την αλληλογραφία του ποιητή, ο οποίος έχει λάβει πολιτικό άσυλο απ’ την Ιταλία, υπό τον όρο ότι θα μένει μόνιμα σε μια ερημική περιοχή. Ο Μάριο έχει καρδιά ποιητή, αλλά  κανένα ταλέντο   με τις λέξεις. Ο Νερούδα θα γίνει δάσκαλός του και θα περάσουν μαζί ατέλειωτες ώρες συζητώντας για  τη γλώσσα, την πολιτική, το γράψιμο και, πάνω από όλα, για τις γυναίκες και τον έρωτα, μιας και ο Μάριο δεν έχει μάτια  παρά μόνο για  την Μπεατρίτσε Ρούσο. Οπότε  χρειάζεται τη βοήθεια του ποιητή για να της εκφράσει τα συναισθήματά του.

Η ταινία  κέρδισε περισσότερες από τριάντα  διεθνείς διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες το Όσκαρ Πρωτότυπης Μουσικής (1995), ενώ ήταν υποψήφια σε τέσσερις ακόμα κατηγορίες: Καλύτερη Ταινία, Σκηνοθεσία, Α’ Ανδρικός Ρόλος και Διασκευασμένο Σενάριο. Επίσης, το 1996 έλαβε τρία Βραβεία της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (BAFTA): Σκηνοθεσίας, Μουσικής και Καλύτερης Μη Αγγλόφωνης Ταινίας.

Από τα δυνατά της  στοιχεία είναι αναμφίβολα η η σπαρακτική ερμηνεία του Μάσιμο Τροίζι, που πέθανε πριν από την ολοκλήρωση των γυρισμάτων.  Με τις υποψηφιότητές του για Όσκαρ (ως πρωταγωνιστής και ένας εκ των σεναριογράφων) είναι ένας από τους μόλις επτά που έχουν προταθεί για το συγκεκριμένο  βραβείο μετά θάνατον.

Ο 20ος Μου Αιώνας

  • (My 20th Century)
  • Σκηνοθεσία: Ίλντικο Ενιέντι
  • Παίζουν: Ντορότα Σέγκντα, Ολεγκ Γιανόφσκι, Πέτερ Ντόμπαϊ, Πάουλους Μάνκερ

Περίληψη: Στη Βουδαπέστη του 1880, δύο δίδυμα φτωχά κορίτσια απάγονται από αγνώστους και καταλήγουν να μεγαλώνουν χωριστά, κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Χρόνια μετά, οι δύο τους θα συνδεθούν ξανά την ώρα που ανακαλύψεις, νέες θεωρίες, ιδέες και κινήματα σαρώνουν την ανθρωπότητα.

To  σκηνοθετικό ντεμπούτο της Ίλντικο Ενιέντι («Ψυχή και Σώμα») από το 1989, που κέρδισε   Χρυσή Κάμερα στις Κάνες, κυκλοφορεί σε νέες αποκατεστημένες κόπιες για πρώτη φορά σε κινηματογραφική διανομή στην Ελλάδα.

Τη νύχτα του 1880, όταν ο Τόμας Έντισον παρουσίασε δημόσια τον πρώτο ηλεκτρικό λαμπτήρα στο Νιου Τζέρσεϊ, δυο δίδυμα κορίτσια βλέπουν το πρώτο φως στην Βουδαπέστη. H Ντόρα και η Λίλι, που  ζουν πουλώντας σπίρτα στους περαστικούς, απάγονται από αγνώστους και μεγαλώνουν χωρισμένες. Η χαραυγή του 20ου αιώνα βρίσκει την Ντόρα ψευτοαριστοκράτισσα τυχοδιώκτρια και την Λίλυ αναρχική βομβίστρια. Οι δυο τους, περνώντας αναρίθμητες περιπέτειες, θα συνδεθούν ξανά μέσω του Ζ, ενός μυστηριώδους, γοητευτικού ταξιδιώτη, ενώ ανακαλύψεις, νέες θεωρίες, ιδέες και  κινήματα, σαρώνουν την ανθρωπότητα.

Η Ενιέντι, παρουσίασε ένα απολύτως μεταμοντέρνο ασπρόμαυρο παραμύθι, με μια αισιόδοξη φαντασμαγορία που ενσωματώνει τεχνικές του βωβού κινηματογράφου, υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα (Έντισον, Τέσλα, Βάινεγκερ, Τολστόι), ευθείες κινηματογραφικές αναφορές από τον Γκρίφιθ και τον Ρενουάρ ως τον Κάπρα και τον Ουέλς, μιλώντας  τελικά για τις άπειρες (ευνοϊκές) πιθανότητες στη ζωή, την τυχαιότητα ως παράγοντα διαμόρφωσης της ταυτότητας, αλλά και  τη γυναικεία φύση και  τη σεξουαλικότητα  σε μια μεταβατική εποχή, που  όμως αφορά και τον σύγχρονο θεατή.

Πηγή

Don't Miss - Διάβασε Επίσης